Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2011

Πώς είπατε; Η χλωρίδα του εντέρου επηρεάζει τον ψυχισμό ;

Να λοιπόν που η επιστήμη ξαναανακαλύπτει την επίδραση της διατροφής και της λειτουργίας του  γαστρεντερικού συστήματος στον ψυχισμό, κάτι  ιδιαίτερα δυσκολοχώνευτο  για τους συμβατικούς –και μη ενημερωμένους - επαγγελματίες της υγείας. Ο μηχανισμός της επίδρασης είναι σίγουρα πολύπλοκος και ξεχωριστός για κάθε περίπτωση, η βασική αρχή όμως παραμένει η ίδια: η προβληματική διατροφή οδηγεί σε προβληματική ψυχική υγεία.

Έχω δείξει σε παλιότερες αναρτήσεις τη σχέση της διατροφής με τις λεγόμενες ψυχικές ασθένειες όπως η σχιζοφρένεια, η διπολική διαταραχή και η κατάθλιψη. Και λέω «λεγόμενες» γιατί και οι ασθένειες αυτές είναι απόρροια φλεγμονών του νευρικού συστήματος είτε από διατροφικές είτε από άλλες περιβαλλοντικές αιτίες και άρα καθαρά σωματικές και αντιμετωπίσιμες. Κρίσιμο ρόλο στη δημιουργία των φλεγμονών αυτών παίζει η υγεία του εντέρου που είναι άμεσα συννυφασμένη με την ισορροπία της χλωρίδας του. Η χλωρίδα του εντέρου απαρτίζεται από  εκατοντάδες είδη βακτηρίων και άλλων μικροβίων, άλλα ωφέλιμα και άλλα βλαπτικά. Οι πληθυσμοί των μικροοργανισμών πρέπει να βρίσκονται σε ισορροπία και τότε  παίζουν σημαντικό ρόλο στην πέψη και την αφομοίωση των τροφών παράγοντας ένζυμα που είτε δεν φτιάχνει το πάγκρεας είτε τα παράγει αλλά σε μικρές ποσότητες. Έτσι μεταβολίζουν τροφές που αλλιώς εμείς δεν θα μπορούσαμε να αφομοιώσουμε. Η επίδρασή τους μέσω των προϊόντων του μεταβολισμού τους  επεκτείνεται σε όλα τα συστήματα του οργανισμού και βέβαια και  στο κεντρικό νευρικό σύστημα.  Η ισορροπία αυτή διαταράσσεται όταν καταναλώνουμε ραφιναρισμένους υδατάνθράκες όπως το άσπρο αλεύρι και η ζάχαρη, δύσπεπτα γαλακτοκομικά ή υπερβολικό κρέας με αποτέλεσμα την υπερανάπτυξη επιβλαβών ζυμών, μυκήτων και άλλων μικροοργανισμών (όπως η γνωστή μας candida albicans) εις βάρος των επωφελών όπως ο λακτοβάκιλλος ή το μπιφιδοβακτήριο. Οι λακτοβάκιλλοι μεταβολίζουν διάφορα σάκχαρα σε γαλακτικό οξύ.

Έρευνα που δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση Proceedings of the National Academy of Sciences δείχνει ότι η μικροχλωρίδα του εντέρου επηρεάζει τη λειτουργία του εγκεφάλου: ποντίκια που ταΐστηκαν με το  βακτήριο Lactobacillus rhamnosus (έναν λακτοβάκιλλο, ο οποίος χρησιμοποιείται σε προβιοτικά συμπληρώματα), εμφάνισαν μειωμένα επίπεδα άγχους και αυξημένη διάθεση για περιπέτεια. Την έρευνα διεξήγαγε η ομάδα του Δρ Cryan, νευροεπιστήμονα στο University College Cork της Ιρλανδίας. Σε συνεργασία το Πανεπιστήμιο McMaster στον Καναδά, ο Δρ Cryan σχεδίασε ένα πείραμα, στο οποίο τα ποντίκια ακολουθούσαν μια τυπική δίαιτα, εμπλουτισμένη όμως με τον L. rhamnosus. Έξι εβδομάδες μετά την έναρξη της δίαιτας, τα ποντίκια υποβλήθηκαν σε τυπικά συμπεριφορικά τεστ, τα οποία έδειξαν μειωμένο στρες και άγχος: δεν δίσταζαν να εξερευνήσουν ανοιχτούς χώρους και στενούς διαδρόμους, όπως συμβαίνει συνήθως με τα τρωκτικά. Επιπλέον, παρουσίαζαν μειωμένα επίπεδα ορμονών του άγχους όταν οι ερευνητές τους προκαλούσαν στρες ρίχνοντάς τα σε νερό. Η εξέταση του εγκέφαλου των πειραματόζωων αποκάλυψε μεταβολές στη λειτουργία γονιδίων που σχετίζονται με τον νευροδιαβιβαστή GABA (γ-αμινοβουτυρικό οξύ). Το GABA έχει κατασταλτική δράση στους νευρώνες και οι υποδοχείς στους οποίους συνδέεται είναι ο στόχος πολλών αγχολυτικών φαρμάκων όπως οι βενζοδιαζεπίνες.  Το εντυπωσιακό για τους ερευνητές – αλλά όχι για τους γνώστες της Ιπποκράτειας πρόληψης και θεραπείας – είναι το ότι η αγχολυτική επίδραση του L.rhamnosus και η μεταβολή στους υποδοχείς του GABA εξαφανίστηκε όταν οι ερευνητές έκοψαν το πνευμονογαστρικό νεύρο των πειραματόζωων. Το νεύρο αυτό διαβιβάζει αισθητηριακά σήματα από το έντερο στον εγκέφαλο.

Τρίτη, 30 Αυγούστου 2011

Η δισφαινόλη Α (BPA) προκαλεί γενετική αντίδραση




Μια νέα έρευνα   επιβεβαιώνει  ότι η δισφαινόλη Α (bisfenol A / BPA)  ένα δομικό στοιχείο  πλαστικών, συσκευασιών τροφίμων και εποξειδικών συγκολλητικών ουσιών- μπορεί να πυροδοτήσει αλλαγές στον τρόπο που αντιδρούν στις ορμόνες τα ανθρώπινα γονίδια. Μια διεθνής ερευνητική ομάδα συνέλεξε στο αίμα και στα ούρα από 96 άνδρες. Όσο  δείκτες ούρων της έκθεσης σε BPA ανέβαιναν, η πιθανότητα να ενεργοποιηθούν τα γονίδια στο αίμα που ανταποκρίνονται στα οιστρογόνα επίσης αυξανόταν, ανακοίνωσε η ομάδα των επιστημόνων στις  10 Αυγούστου στο Environmental Health Perspectives. Οι συγκεντρώσεις που προκάλεσαν τις αλλαγές ήταν αντιπροσωπευτικές αυτών που βρέθηκαν στο γενικό πληθυσμό. Οι συγγραφείς καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η BPA δραστηριοποιείται στον άνθρωπο "και ότι η  συσχέτιση  με τους μηχανισμούς σηματοδότησης ορμονών και συναφείς διαταραχές είναι βιολογικά δυνατή."
Είχα ασχοληθεί εκτενώς σε  παλιότερη ανάρτηση με τη BPA. Η ουσία αυτή χρησιμοποιείται ευρύτατα στις συσκευασίες τροφίμων, είτε αυτές είναι εσωτερική επικάλυψη κονσερβών είτε πλαστκά μπουκάλια υγρών τροφίμων. Παρόλο που είναι ασταθής και διασπάται γρήγορα, μετρώνται υψηλές συγκεντρώσεις της στα ούρα λόγω της καθημερινής κατανάλωσης συσκευασμένων τροφίμων από τον σύγχρονο άνθρωπο. Η περιεκτικότητα στις τροφές αυξάνεται αν η συσκευασία εκτεθεί σε ψηλές θερμοκρασίες (όπως για παράδειγμα μπουκάλια του νερού στον ήλιο) ή αν το περιεχόμενο είναι οινοπνευματώδες. Χρησιμοποιείται ακόμη και στα σφραγίσματα δοντιών.
Το πρόβλημα έγκειται στο ότι η  ουσία αυτής μοιάζει με τις ανθρώπινες ορμόνες, είναι δηλαδή ξενοοιστρογόνο, με αποτέλεσμα να ξεγελά τα κύτταρα και να ενεργοποιεί γενετικές λειτουργίες που συνήθως ξεκινούν από τις ορμόνες.

Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2011

Η σχέση της κατανάλωσης ψαριών και θαλασσινών με τις διατροφικές αλλεργίες


Η πρόκληση αλλεργικών αντιδράσεων είναι σοβαρή ένδειξη πως κάποια τροφή περιέχει ουσίες που ο οργανισμός αντιμετωπίζει σαν ξένες και επικίνδυνες. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο  τα θαλασσινά και τα ψάρια πρέπει να εξαιρεθούν από  μια υγιεινή, αντιφλεγμονώδη διατροφή. Δυστυχώς, και οι δυό κατηγορίες τροφών είναι πολύ έντονα συνδεδεμένες με την διατροφική μας κουλτούρα.
Η ενοχοποίηση των  θαλασσινών για τις αλλεργίες κάνει πιο εύκολη την απομάκρυνσή τους από τη διατροφή. Η τροπομυοσίνη έχει αναγνωριστεί σαν  το σημαντικότερο αλλεργιογόνο στα οστρακοειδή. Η αλλεργική αντίδραση σ’αυτά είναι πολύ συνηθισμένη σε πληθυσμούς παραθαλάσσιων χωρών. Αρκεί η κατανάλωση μικρών ποσοτήτων για την εκδήλωση των αλλεργικών αντιδράσεων, οι οποίες μπορεί να πυροδοτηθούν ακόμη και από την έκθεση σε ατμούς από το μαγείρεμα θαλασσινών ή από τον χειρισμό τους.
Τα ψάρια όμως έχουν περιβληθεί από την δημοσιογραφία της υγείας (που κατευθυνόμενη ή μη έχει τη δύναμη να διαμορφώνει και να παγιώνει αντιλήψεις και στερεότυπα) με τον μανδύα του υπερτροφίμου. Το κύριο προβεβλημένο πλεονέκτημά τους είναι η υψηλή περιεκτικότητά τους σε ωμέγα-3 λιπαρά, συστατικά που όντως έχουν εκλείψει από τη διατροφή μας. Κανείς δεν ασχολείται όμως με τις προβληματικές πρωτεΐνες με τις οποίες φορτώνουν τον οργανισμό. Το κυνήγι μαγισσών που έχουν εξαπολύσει τα ΜΜΕ τα τελευταία χρόνια ενάντια στην  κατανάλωση λιπών, αναδεικνύει τα ψάρια σαν τη λύση απέναντι στο κρέας. Είναι από τις λιγες άγριες τροφές που εξακολουθούν να καταναλώνονται, και η υψηλή τιμή τους κάνει την κατανάλωσή τους ένδειξη κοινωνικού κύρους. Όλα αυτά καθιστούν δύσκολη την απομάκρυνσή τους από τη διατροφή και προκαλούν την άμεση αντίδραση των συνομιλητών μου στην άποψή μου για την ποιότητα της τροφής αυτής.
Όμως, οι αλλεργίες στα  ψάρια είναι αρκετά συχνές (το 0,4% των ενηλίκων στις ΗΠΑ), και μπορεί να συνδέονται με σοβαρά συμπτώματα, όπως το αναφυλακτικό σοκ. Τα συμπτώματα μπορεί επίσης να εμφανιστούν μετά από την κατανάλωση μόνο μιας μικρής ποσότητας ψαριού, ενώ έχει αναφερθεί αντίδραση σε άτομο που δέχτηκε φιλί από κάποιον που είχε φάει πρόσφατα ψάρια! Η αλλεργία στα ψάρια δεν πρέπει να συγχέεται με την τοξική αντίδραση στα αλλοιωμένα ψάρια (σκομβροειδής δηλητηρίαση ιχθύων).
Σχεδόν όλες οι αλλεργίες από τα ψάρια φαίνεται να σχετίζονται με  την πρωτεΐνη παρβαλβουμίνη, η οποία βρίσκεται στους μύες των περισσότερων ψαριών. Δεδομένου ότι οι παρβαλβουμίνες είναι παρόμοιες σε όλα τα είδη ψαριών, τα άτομα που είναι αλλεργικά σε ένα ψάρι είναι πιθανόν να αντιδράσουν σε μια σειρά από διαφορετικά είδη. Έτσι, μετά τη διάγνωση της αλλεργίας σε κάποιο συγκεκριμένο είδος ψαριού, οι ασθενείς συνήθως συμβουλεύονται να αποφεύγουν όλα τα ψάρια. Ορισμένα άτομα  μπορούν επίσης να αντιδράσουν στα βατραχοπόδαρα. Η παρβαλβουμίνη εξακολουθεί να είναι σε θέση να προκαλέσει αντίδραση και μετά την έκθεσή της σε ψηλές θερμοκρασίες. Έτσι, τα ψάρια παραμένουν αλλεργιογόνα και  μετά το μαγείρεμα ή άλλες επεξεργασίες. Το ψάρι μπορεί να είναι ένα "κρυμμένο" αλλεργιογόνο, αν για παράδειγμα, συμμετέχει  σαν πρόσθετο σε τρόφιμα ένα βιομηχανικό παραπροϊόν του. Κατά συνέπεια, οι κανονισμοί επισήμανσης της ΕΕ απαιτούν τα τρόφιμα που περιέχουν ψάρια και τα προϊόντα τους να φέρουν επισήμανση. Παρά το γεγονός ότι το ιχθυέλαιο δεν περιέχει πρωτεΐνη από το ψάρι από το οποίο προέρχεται, είναι πιθανό να έχει μολυνθεί με μικρά μόρια των πρωτεϊνών και ως εκ τούτου θα πρέπει να αποφεύγεται.
Ο μόνος τρόπος για την ουσιαστική εξάλειψη της αλλεργίας είναι βέβαια η προσαρμογή σε μια υγιεινή, αντιφλεγμονώδη διατροφή. Μπορεί η απομάκρυνση της αλλεργιογόνου ουσίας να ανακουφίζει προσωρινά τα συμπτώματα, αν όμως ο  οργανισμός δεν αποτοξινωθεί και δεν κατασταλεί η  φλεγμονή, το πρόβλημα θα εμφανιστεί ισχυρότερο και λιγότερο αντιμετωπίσιμο. Οι αλλεργίες λοιπόν σε οποιαδήποτε μορφή τους πρέπει να εκληφθούν σαν ένα καμπανάκι που χτυπά το σώμα μας που κινδυνεύει – και οφείλουμε να το ακούσουμε

Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2011

Κλισέ ή όχι, η ζάχαρη είναι το γλυκό δηλητήριο


Ο άνθρωπος ως κατεξοχήν φρουτοφάγος έχει έμφυτη τάση να καταναλώνει γλυκές τροφές, μετά από εκατομμύρια χρόνια διατροφής με ώριμα φρούτα. Ο οργανισμός μας έχει μεγάλες ενεργειακές ανάγκες σημαντικά αυξημένες λόγω του ενεργοβόρου εγκέφαλού μας, και τα ζάχαρα των φρούτων είναι η πιο απλή και γρήγορα μεταβολίσιμη ενεργειακή πηγή.
Την ανάγκη αυτή δυστυχώς σήμερα καλύπτουμε με την χημικά επεξεργασμένη και λευκασμένη άσπρη ζάχαρη. Χημικά η ζάχαρη που καταναλώνουμε είναι καθαρή  σουκρόζη (ή σακχαρόζη), ένας διζακχαρίτης αποτελούμενος από ένα μόριο γλυκόζης και ένα μόριο φρουκτόζης. Παράγεται είτε από ζαχαροκάλαμα είτε από ζαχαρότευτλα.
Το ότι η ζάχαρη είναι καταστροφική για τον οργανισμό, είναι πλέον ευρύτατα γνωστό και επαρκέστατα τεκμηριωμένο. Δεν υπάρχει σχεδόν κανένα βιομηχανοποιημένο τρόφιμο που να μην την περιέχει και η υπερκατανάλωσή της συνυπολογίζοντας  τις τεράστιες συγκεντρώσεις της στα αναψυκτικά, οδηγεί τον  πολιτισμό μας  στην παρακμή μέσα από την παχυσαρκία και τις ασθένειες. Σκεφτείτε πως ένα κουτάκι αναψυκτικού περιέχει περίπου 11% ζάχαρη, δηλαδή 35 γραμμάρια ή 7 κουταλάκια! Είναι το διοξείδιο του άνθρακα που μας ξεγελά και καλύπτει την ενοχλητική γλυκύτητα.
Ο βασικός μηχανισμός δημιουργίας βλαβών είναι δεδομένος: προκαλεί μια έκρηξη ζαχάρων στον οργανισμό, το πάγκρεας αναγκάζεται να δουλέψει υπερωρίες για να παράγει μεγάλες ποσότητες ινσουλίνης που απαιτούνται για την απομάκρυνσή τους από το αίμα. Η αφύσικα υψηλή συγκέντρωση ινσουλίνης ανατρέπει την ορμονική ισορροπία του σώματος. Η συνεχής χρήση της οδηγεί τα κύτταρα στο  να αναπτύξουν αντίσταση στην ινσουλίνη δημιουργώντας ένα ανατροφοδοτούμενο φαύλο κύκλο «περισσότερη ζάχαρη – περισσότερη ινσουλίνη». Το περισσευούμενο γλυκογόνο είτε καίγεται ατελώς γεμίζοντας τον οργανισμό με τοξικά παραπροϊόντα και ελεύθερες ρίζες,  είτε αποθηκεύεται με διάφορες μορφές στα κύτταρα πυροδοτώντας χρόνια φλεγμονή. Από εκεί και μετά, οι δρόμοι της αρρώστιας είναι γνωστοί: καρδιαγγειακές παθήσεις, τοπικές ή γενικευμένες  φλεγμονές, ο διαλυτικός διαβήτης, καρκίνος.

Υποκατάστατα; Ακόμη πιο επικίνδυνα
Η σύγχρονη βιομηχανία τροφίμων χρησιμοποιεί πέρα από την τυπική χημικά επεξεργασμένη λευκή ζάχαρη μια σειρά από υποκατάστατα με μεγαλύτερη γλυκαντικότητα και συχνά πιο επικίνδυνα. Γλυκόζη, φρουκτόζη, σιρόπι καλαμποκιού, ιμβερτοποιημένη ζάχαρη είναι κάποια από αυτά. Μείνετε όσο πιο μακριά μπορείτε από τρόφιμα που τα περιέχουν. Όσο για τα γλυκαντικά «χωρίς θερμίδες», όχι μόνο δεν αδυνατίζουν – κοιτάξτε όλους τους ευτραφείς να πίνουν αναψυκτικά light- αλλά συχνά είναι και ύποπτα σαν καρκινογόνα. Άλλωστε τα συνθετικά light γλυκαντικά αποτελούν από μόνα τους ένα κεφάλαιο στην τοξίνωση του σύγχρονου ανθρώπου.
Παραπλανητικές είναι επίσης και οι διάφορες μορφές ζάχαρης που προωθούνται σαν πιο «φυσικές», ακόμη και σε καταστήματα υγιεινών τροφών: ζάχαρη από ζαχαροκάλαμο –έτσι κι αλλιώς από αυτό παράγεται- και η καφέ ή η σκούρα ζάχαρη, η οποία απλώς δεν έχει καθαριστεί πλήρως από τις ακαθαρσίες που συνήθως καταλήγουν στη μελάσσα, το σκούρο παραπροϊόν της βιομηχανίας ζάχαρης. Στην ουσία όλες αυτές οι μορφές βλάπτουν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο τον οργανισμό.
Προσοχή όμως θέλουν και τα φυσικά γλυκαντικά, όπως το μέλι, το σιρόπι σφένδαμου και το χαρουπόμελο. Αρχικά πρέπει να διασφαλίσουμε πως δεν έχουν υποστεί χημική ή θερμική επεξεργασία και δεν περιέχουν πρόσθετα ή προϊόντα ζάχαρης (όπως συχνά συμβαίνει με  το τυπικό συσκευασμένο μέλι σε μερίδες). Έπειτα, οι μεγάλες ποσότητες από τα φυσικά αυτά ζάχαρα, που σε αντίθεση με τα ζάχαρα των φρούτων καταναλώνονται απουσία ινών και ενζύμων, επηρεάζουν τη λειτουργία του παγκρέατος ανεβάζοντας την παραγωγή ινσουλίνης και πυροδοτούν έτσι μια σειρά από βλαπτικές φλεγμονές και καταστάσεις στον οργανισμό.
Μια ιδιαίτερα μακρά βιβλιογραφία μελετών και ερευνών έχει συσχετίσει την κατανάλωση ζάχαρης και των υποκατάστατών της με μια ευρύτατη γκάμα ασθενειών, πηγή των οποίων είναι βέβαια η χρόνια τοξίνωση και φλεγμονή εξαιτίας της.

Διαταραχή της βιοχημικής ισορροπίας
Πιο συγκεκριμένα, η ζάχαρη διαταράσσει τις ισορροπίες των μετάλλων στο σώμα, οδηγεί σε ανεπάρκεια χρωμίου και χαλκού και  επηρεάζει την απορρόφηση του ασβεστίου και του μαγνησίου. Μπορεί να συμβάλλει στην οστεοπόρωση,  να εμποδίσει την απορρόφηση πρωτεΐνης και να προκαλέσει υπογλυκαιμία. Γενικά μπορεί να βλάψει την φυσιολογική ομοιόσταση πολλών συστημάτων του σώματος.
Η κατανάλωσή της μπορεί να αυξήσει την κατακράτηση των υγρών του σώματος. Έχει παρατηρηθεί πως  μπορεί να προκαλέσει τη λιγότερο αποτελεσματική λειτουργία των πρωτεϊνών του αίματος όπως η λευκωματίνη, και έτσι  να μειώσει την ικανότητα του σώματος να χειριστεί το λίπος και τη χοληστερόλη.  Οι δίαιτες υψηλής περιεκτικότητας σε ζάχαρη έχουν σαν αποτέλεσμα την παραγωγή μεγάλων ποσοτήτων  ελευθέρων ριζών και την πρόκληση οξειδωτικού στρες.
Έχει βρεθεί πως η ζάχαρη μπορεί να μειώσει την ποσότητα της βιταμίνης E (α-τοκοφερόλη) στο αίμα. Επίσης  μειώνει την ικανότητα των ενζύμων  να λειτουργήσουν.  Έχει παρατηρηθεί πως  μπορεί να βλάψει το πάγκρεας αλλά και  να  αυξήσει την ποσότητα του λίπους και το μέγεθος  του ήπατος. Τέλος, η υψηλή πρόσληψη ζάχαρης αυξάνει τα προηγμένα τελικά προϊόντα γλυκοζυλίωσης (AGEs), τοξίνες ιδιαίτερα βλαπτικές για τον οργανισμό.

Γαστρεντερικό
Η ζάχαρη γενικά κάνει ιδιαίτερα  όξινο το πεπτικό σύστημα δημιουργώντας έτσι τις συνθήκες για την ανάπτυξη βλαβών και ασθενειών. Έχει παρατηρηθεί πως αυξάνει τον κίνδυνο της νόσου του Crohn και της ελκώδους κολίτιδας και μπορεί να προκαλέσει σκωληκοειδίτιδα. Η ζάχαρη βοηθά σημαντικά την ανεξέλεγκτη ανάπτυξη της Candida Albicans καταστρέφοντας αντίστοιχα τους ωφέλιμους μικροοργανισμούς του εντέρου και διαταράσσοντας την ισορροπία της πανίδας του.  Προκαλεί δυσπεψία,  επιβραδύνει  το χρόνο του  ταξιδιού της τροφής και δυσκολεύει  την κίνηση του εντέρου. Η γρήγορη απορρόφηση της ζάχαρης προωθεί την υπερβολική πρόσληψη τροφής στα παχύσαρκα άτομα και προκαλεί δυσκοιλιότητα. Γενικά, όσο περισσότερη  ζάχαρη καταναλώνει κάποιο άτομο, τόσο περισσότερες πιθανότητες έχει να αναπτύξει   το σύνδρομο του ευερέθιστου εντέρου.

Καρδιαγγειακό
Η ζάχαρη μπορεί να προκαλέσει σημαντική άνοδο των τριγλυκεριδίων, να  μειώσει την HDL (υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη),  να προωθήσει την αύξηση της LDL (χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη) και τελικά να αυξήσει τη χοληστερόλη και να προκαλέσει αθηροσκλήρωση. Προκαλεί υψηλή αρτηριακή πίεση στα παχύσαρκα άτομα και τελικά μπορεί να οδηγήσει σε  καρδιακές και καρδιαγγειακές παθήσεις. Μπορεί να προκαλέσει συγκόλληση των αιμοπεταλίων. Και να συντελέσει στη δημιουργία αιμορροΐδων  και κιρσών.

Επίδραση στα παιδιά
Ειδικά στα παιδιά, η υπερεκκρινόμενη  ινσουλίνη δημιουργεί μια σειρά από αναπτυξιακές ανωμαλίες και η πλεονάζουσα ενέργεια με την παρεπόμενη φλεγμονή προκαλούν υπερκινητικότητα, άγχος, δυσκολία στη συγκέντρωση, διάσπαση προσοχής, κινητικές και μαθησιακές δυσκολίες. Παράλληλα, μπορεί να προκαλέσει μια ραγδαία αύξηση των επιπέδων  της αδρεναλίνης στα παιδιά και  να μειώσει την αυξητική ορμόνη. Σε μελέτη που έχει διεξαχθεί σε ιδρύματα αποκατάστασης παραβατικών ανηλίκων, παρατηρήθηκε  44% μείωση της αντικοινωνικής συμπεριφοράς όταν τα παιδιά τέθηκαν σε δίαιτα χαμηλή σε ζάχαρη.

 Νευροορμονικό
Έχει μετρηθεί πως η ζάχαρη αυξάνει το επίπεδο των νευροδιαβιβαστών ντοπαμίνη, σεροτονίνη και νορεπινεφρίνη, επηρεάζοντας έτσι τη συνολική νευροορμονική λειτουργία του οργανισμού.  Έχει βρεθεί συσχέτιση με την κατανάλωση ζάχαρης και τη σκλήρυνση κατά πλάκας. Είναι δεδομένο πως  προκαλεί τη  μείωση της ευαισθησίας στην ινσουλίνη, ενώ αυξάνει τα επίπεδα  οιστραδιόλης στους άνδρες.

Ανοσοποιητικό
.Η ζάχαρη μπορεί να καταστέλλει το ανοσοποιητικό σύστημα και να  συμβάλλει στη μείωση της άμυνας κατά των βακτηριακών λοιμώξεων.

Κακοήθεια
Η  τακτική κατανάλωση ζάχαρης προκαλεί  σημαντική παραγωγή τοξινών κατά τον μεταβολισμό της και οδηγεί σε  χρόνια φλεγμονή. Η κατάσταση αυτή αν δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα αποτελεί μια από τις βασικές αιτίες καρκινογένεσης,  δεν θα ήταν υπερβολή λοιπόν να λέγαμε πως η ζάχαρη τροφοδοτεί τον καρκίνο. Πράγματι, διάφορες μορφές κακοήθειας έχουν συνδεθεί με την κατανάλωση ζάχαρης όπως  ο καρκίνος του ορθού,  των ωοθηκών, του ενδομητρίου και  του παγκρέατος σε γυναίκες. Διατροφή υψηλή σε ζάχαρη αυξάνει τη συγκέντρωση των χολικών οξέων στα κόπρανα και των  βακτηριακών ενζύμων στο παχύ έντερο. Αυτό μπορεί να προκαλέσει  τη χολή να παράγει καρκινογόνες ενώσεις που να οδηγήσουν σε  καρκίνο των χοληφόρων οδών, της χοληδόχου κύστης και του παχέος εντέρου. Η υψηλή πρόσληψη ζάχαρης μπορεί  να είναι ένας σημαντικός παράγοντας κινδύνου για τον καρκίνο του πνεύμονα. Η συστηματική κατανάλωση γλυκών  επίσης αυξάνει τον κίνδυνο για  καρκίνου του μαστού, του λάρυγγα,  του προστάτη και των νεφρών (νεφρικό καρκίνωμα). Τέλος,  μπορεί να προκαλέσει όγκους του ήπατος και να αυξήσει τον κίνδυνο για  καρκίνου του στομάχου.

Όραση
 Η ζάχαρη μπορεί να προκαλέσει μυωπία, να εξασθενήσει την όραση και να συμβάλλει στη δημιουργία  καταρράκτη.

Γενικές βλάβες
Η ζάχαρη είναι εθιστική ουσία. Είναι δεδομένο ότι ευνοεί την ανάπτυξη  τερηδόνας και  περιοδοντίτιδας. Η ζάχαρη μπορεί να είναι μεθυστική, παρόμοια με το αλκοόλ, επομένως προκαλεί αντίστοιχα  πρόωρη γήρανση και μπορεί να οδηγήσει στον αλκοολισμό. Συμβάλλει στην παχυσαρκία και στον  διαβήτη. Μπορεί να προκαλέσει αρθρίτιδα, άσθμα και  τροφικές αλλεργίες, όπως επίσης και  πονοκεφάλους, συμπεριλαμβανομένης της ημικρανίας  και βέβαια διατροφική  κατάθλιψη.  Αυξάνει  τον κίνδυνο εμφάνισης ουρικής αρθρίτιδας και μπορεί να συμβάλει στη νόσο του Αλτσχάιμερ.  Μεγαλύτερη κατανάλωση επεξεργασμένης  ζάχαρης συνδέεται με επιδείνωση στα συμπτώματα  της σχιζοφρένειας.



Πείτε λοιπόν ΟΧΙ σε οτιδήποτε τεχνητά γλυκό και απολαύστε άφοβα τη φυσική και θεραπευτική γλύκα των φρούτων, φρέσκων και ξερών.

Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2011

Πώς πίνετε το καφεδάκι σας;

      Ο καφές έχει γίνει καθημερινή συνήθεια για εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Πολλές μελέτες δημοσιεύονται για τις ευεργετικές του ιδιότητες, έχει πάμπολλους  αφιερωμένους χώρους, ιεροτελεστίες και μύθους. Αν εξαιρέσουμε τις χώρες του τσαγιού, είναι ευρύτατα διαδεδομένος και  άρρηκτα δεμένος με την εργασία αλλά και τη διασκέδαση των σύγχρονων ανθρώπων.
Είναι όμως τόσο ακίνδυνος όσο εμφανίζεται να είναι; Όντας κι αυτός προϊόν μιας τεράστιας βιομηχανίας τόσο παραγωγής όσο κατανάλωσης, δεν «επιτρέπει» την διάδοση της γνώσης των επιβλαβών συνεπειών του, όπως ακριβώς συμβαίνει με το τσιγάρο και το αλκοόλ. Το μεγαλύτερο άλλωστε πρόβλημα του καφέ δεν είναι απλά τα βλαπτικά του συστατικά, αλλά η καθημερινή και συστηματική κατανάλωσή του σε όλη την ενήλικη ζωή του ατόμου.


Τα επιβλαβή συστατικά του καφέ

Ο καφές περιέχει  στη φυσική του κατάσταση, πριν δηλαδή καβουρδιστεί και βραστεί ή εκχειλιστεί, πολλά συστατικά τα οποία είναι γνωστό ότι επηρεάζουν την βιοχημεία του σώματος. Έτσι, ο καρπός του καφέ περιέχει χημικές ουσίες οι οποίες για τον άνθρωπο είναι ήπια  ψυχοτρόπα. Ουσιαστικά αυτές οι χημικές ουσίες είναι τοξικές όταν καταναλώνονται από οργανισμούς που απειλούν το φυτό Cofea στη φύση.
Είναι βεβαίως γνωστό πως ο καφές περιέχει καφεΐνη, ένα ισχυρό διεγερτικό. Πρόσφατη όμως έρευνα έχει δείξει πως ο καφές έχει διεγερτικές δράσεις που  δεν έχουν σχέση με την περιεκτικότητα σε καφεΐνη, αλλά με ενώσεις που διεγείρουν την παραγωγή κορτιζόνης και αδρεναλίνης. Περιέχει επίσης τις ουσίες καφεστόλη και καβεόλη, ενώσεις που συνδέονται με αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης στο αίμα.
Το μεγάλο όμως πρόβλημα με τον καφέ φαίνεται ότι προκύπτει από τη διαδικασία ακριβώς που τον κάνει τόσο αρωματικό και απολαυστικό: το καβούρδισμα. Κατά τη διαδικασία αυτοί, οι κόκκοι του καφέ ψήνονται σε θερμοκρασία 200οC για αρκετή ώρα, μέχρι να αποκτήσουν το χαρακτηριστικό χρώμα και άρωμά τους. Το άρωμα αυτό μας κάνει να παραβλέπουμε πως το αγαπημένο μας ρόφημα δεν είναι τίποτε άλλο από το εκχύλισμα καρβουνιασμένων σπόρων.
Οι καβουρδισμένοι κόκκοι καφέ περιέχουν πάνω από 1.000 ενώσεις, από τις οποίες οι 19 έχουν ήδη αναγνωριστεί σαν καρκινογόνες σε τρωκτικά. Και είναι λογικό να περιέχονται καρκινογόνες ενώσεις σε καμμένη οργανική ύλη. Άλλωστε, αυτό δεν είναι και το θέμα με το τσιγάρο αλλά ακόμη και με τις τροφές που είναι ψημένες στα κάρβουνα ή καπνιστές; Η ατελής καύση παράγει καρκινογόνα τέφρα και μια σειρά από αρωματικά ή μη παραπροϊόντα με γνωστές τοξικές και καρκινογόνες ιδιότητες. Δυστυχώς δεν μπορεί να εξαιρείται και ο καβουρδισμένος καφές από αυτό.
Πρόβληματικές όμως ουσίες μπορεί να υπάρξουν στον καφέ και λόγω της τάσης να αφαιρείται η διεγερτική καφεΐνη, παράγοντας έτσι τον γνωστό μας ντεκαφεϊνέ. Πρόκειται για τον καφέ από τον οποίο το μεγαλύτερο μέρος της καφεΐνης έχει αφαιρεθεί, είτε με τη  διαδικασία της ενυδάτωσης μέσω ατμού ή με τη χρήση ενός  χημικού διαλύτη όπως το τριχλωροαιθυλένιο ή το πιο δημοφιλές μεθυλενοχλωρίδιο, με μια παρόμοια διαδικασία. Ένας άλλος διαλύτης που χρησιμοποιείται είναι ο οξικός αιθυλεστέρας.  Η παραγόμενος  καφές χωρίς καφεΐνη διατίθεται στην αγορά ως «φυσικός» ντεκαφεϊνέ επειδή ο οξικός αιθυλεστέρας υπάρχει φυσικά στα φρούτα.

Τόνωση ή βλάβες στην υγεία;

Η κατανάλωση καφέ μπορεί να οδηγήσει σε σιδηροπενική αναιμία στις μητέρες και τα βρέφη. Ο καφές παρεμβαίνει επίσης στην απορρόφηση των συμπληρωμάτων σιδήρου. Μπορεί να προκαλέσει βλάβη στη βλεννογόνο των οργάνων του γαστρεντερικού συστήματος, που οδηγεί σε  γαστρίτιδα και έλκη. Είναι γνωστό άλλωστε πως η  κατανάλωση καφέ δεν συνιστάται σε  άτομα με γαστρίτιδα, κολίτιδα και έλκη.
Πολλοί λάτρεις του καφέ είναι εξοικειωμένοι με ήπιες κρίσεις πανικού, μια νευρική κατάσταση που εμφανίζεται όταν κάποιος έχει καταναλώσει μεγάλη ποσότητα καφεΐνης. Η καφεΐνη μπορεί επίσης να προκαλέσει άγχος και  ευερεθιστότητα και βέβαια  αϋπνία. Και για όσους ενδιαφέρονται για την εμφάνισή τους, είναι γνωστό πως ο καφές προκαλεί χρώση των δοντιών.
Μια μελέτη του 2004 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η κατανάλωση καφέ συνδέεται με σημαντικές αυξήσεις σε βιοχημικούς δείκτες της φλεγμονής.
Άλλη μελέτη του 2007 από το Κολέγιο Ιατρικής Baylor δείχνει ότι οι ενώσεις καφεστόλη και καβεόλη, που βρίσκονται  μόνο στους κόκκους καφέ, πιθανόν να αυξάνουν  τα επίπεδα της χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνης (LDL) στους ανθρώπους. Αυτή η αύξηση στα επίπεδα της LDL αποτελεί ένδειξη ότι ο καφές αυξάνει τη χοληστερόλη. Η καφεΐνη έχει ήδη ενοχοποιηθεί  για αύξηση του κινδύνου  υψηλής πίεσης του αίματος.


Καφές και εγκυμοσύνη

Τα  μόρια της καφεΐνης είναι αρκετά μικρά ώστε να μπορούν να διαπεράσουν τον πλακούντα και να εισέλθουν στην κυκλοφορία του αίματος του εμβρύου. Σε αντίθεση με τους ενήλικες, τα όργανα και τα συστήματα στα έμβρυα δεν είναι ολοκληρωμένα, συνεπώς δεν μπορούν να  μεταβολίζουν επαρκώς την καφεΐνη. Έτσι, οι ουσίες που εκκρίνει ο οργανισμός εξαιτίας της έχουν την τάση να παραμένουν στο αίμα του εμβρύου δέκα φορές περισσότερο από ό,τι στους ενήλικες. Ακριβώς όπως και στους ενήλικες, η καφεΐνη αυξάνει  σημαντικά τον παλμό και την αναπνοή του εμβρύου σε επίπεδα αγωνιστικού ρυθμού και να επηρεάσει τον ύπνου του. Μια δανική μελέτη 18.478 γυναικών του 2003 συνδέει τη μεγάλη κατανάλωση καφέ κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης με σημαντικά αυξημένο κίνδυνο θνησιγένειας.